Baldur’s Gate 3 | Review
Είναι φύση αδύνατο να κάνεις μια κριτική στο
Baldur’s Gate 3
που να εμπεριέχει κάθε δυνατό μηχανισμό και
δυνατότητα
που δίνει στον παίχτη. Επίσης, είναι πάρα πολύ δύσκολο να το συγκρίνεις άμεσα με το προηγούμενο παιχνίδι της σειράς που κυκλοφόρησε
23 χρόνια
πριν. Μπορεί το είδος που πρεσβεύει να παραμένει το ίδιο και να είναι πλέον
nichè
για το κοινό της εποχής, διακρίνεται όμως από μια ξεκάθαρη ταυτότητα συνυφασμένη με το όνομα
Dungeons & Dragons
, άσχετα αν τα συστήματα του είναι βασισμένα σε αυτό. Η
Larian
με τη σειρά
Divinity
, έμελλε να θέσει τα σύγχρονα θεμέλια του είδους των
CRPG
και η ανάπτυξη ενός τίτλου στο σύμπαν των
Forgotten Realms
και -πιο συγκεκριμένα- η ανάπτυξη της συνέχειας του Baldur’s Gate 2, ήταν ένα λογικό
επακόλουθο
. Τα τρία χρόνια στην early access πέρασαν και τον Αύγουστο του 2023, η κυκλοφορία του Baldur’s Gate 3 σηματοδοτήθηκε από
διθυραμβικές
κριτικές και
βαρύγδουπες
δηλώσεις. Ένα μήνα μετά, ο τίτλος κυκλοφόρησε και στο PS5.
Βάζει εν τέλει τα γυαλιά στις ΑΑΑ κυκλοφορίες των μεγάλων στούντιο;
Καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε τη συνέχεια.
Ξεκινάμε την ιστορία μας από την δημιουργία χαρακτήρα. Αν δεν θέλουμε, μπορούμε να επιλέξουμε από τους 6 ήδη φτιαγμένους χαρακτήρες αλλά where is the fun in that. Με όσους είναι εξοικειωμένοι με το D&D, το Baldur’s Gate 3 χρησιμοποιεί την
5η έκδοση
κανόνων του γνωστού επιτραπέζιου. Mε ποιο απλά λόγια, κάθε χαρακτήρας έχει να επιλέξει μια από τις
8 φυλές
και μια από τις
8 κλάσεις
και χαρακτηρίζεται από
6 στατιστικά
που καθορίζουν τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του. Βάσει των προαναφερθέντων, δημιουργούμε τον χαρακτήρα μας, του δίνουμε τις ανάλογες ικανότητες και ξεκινάμε το ταξίδι μας. Για όσους δεν είναι οικείοι με το σύστημα που χρησιμοποιείται, η δημιουργία του χαρακτήρα φαίνεται ένα
πολύπλοκο
έργο. Ο τίτλος κάνει όμως μια πολύ καλή δουλειά στο να επεξηγεί τους κανόνες και να κάνει
διασκεδαστική
την όλη διαδικασία. Παρόλα αυτά, ο καθαυτός σχεδιασμός του χαρακτήρα μας
υπολείπεται
των ανάλογων επιλογών, στηριζόμενος κυρίως σε προκαθορισμένες επιλογές παρά σε μια ελεύθερη δημιουργία των
μορφολογικών
χαρακτηριστικών μας.
Συνεχίζοντας, η ιστορία μας ξεκινά
120 χρόνια μετά
το τέλος του δεύτερου παιχνιδιού. Είμαστε κρατούμενοι σε ένα πλοίο των mind flayers, ή αλλιώς
Illithid
, μιας φυλής που επεκτείνεται σε όλο το multiverse μέσω των των τηλεπαθητικών δυνάμεων που διαθέτει. Ένα Illithid μας τοποθετεί ένα παράσιτο, το
Illithid tadpole
, κάτι που μας βάζει ενάντια στον χρόνο αφού σε διάστημα ημερών θα μεταμορφωθούμε σε ένα από αυτά τα τρομακτικά πλάσματα που μοιάζουν με
ανθρωποειδή χτα
πόδια
. Για κάποιο λόγο βέβαια, ο χαρακτήρας μας και η ομάδα που θα χτίσουμε στην πορεία, προστατεύονται από αυτή την αλλαγή και καλούμαστε να βρούμε μια λύση σχετικά με το πρόβλημα μας. Αυτό που ακολουθεί θα μας βάλει στο
επίκεντρο
το καταστάσεων, όπου θα κληθούμε να λάβουμε μια πληθώρα αποφάσεων και να επιλέξουμε μια πλευρά (ή και όχι) απέναντι στα γεγονότα που επέρχονται.
Το ίδιο το σενάριο έχει
επικό
χαρακτήρα και καταφέρνει να δέσει καλά την επιτακτικότητα με τις δευτερεύουσες αποστολές του κόσμου. Συχνά, αυτά με τα οποία θα ασχοληθούμε θα έχουν ένα συνολικό αντίκτυπο στην πορεία του κόσμου, ενώ το
δραματικό
με το
κωμικό
στοιχείο δένουν αρκετά καλά, τουλάχιστον όσον αφορά την αίσθηση ότι παίζουμε όντως
D&D
. Παρόλα αυτά, το high fantasy στοιχείο που διακατέχει το συγκεκριμένο σύμπαν (μιλώντας πάντα για τα Forgotten Realms) φαίνεται να δυσκόλεψε την ομάδα στη διαχείριση του. Οι περαιτέρω ίντριγκες μεταξύ των φυλών αναλώνονται σε μερικά κομ
μάτια
διαλόγου, χωρίς να τους δίνεται μια επεξήγηση, ενώ όλοι μας συμπεριφέρονται σχετικά με τον ίδιο τρόπο χωρίς να αλλάζει κάτι δραματικό στις επιλογές του διαλόγου ανάλογα με τη φυλή μας.
Πιο συγκεκριμένα, είναι πολύ εύκολο να βγεις από μια εύκολη κατάσταση χρησιμοποιώντας τη φυλή σου και πολύ δύσκολο να μπεις σε μια άσχημη κατάσταση εξαιτίας αυτής. Αυτό συνεχίζεται και στην ομάδα μας, της οποίας επίκεντρο είμαστε εμείς και όλα τα υπόλοιπα μέλη συμφωνούν και διαφωνούν με τον τρόπο που χειριζόμαστε τις καταστάσεις. Θα περίμενε κανείς ότι αυτό το λεπτεπίλεπτο σύστημα θα διαμόρφωνε την ομάδα μας μέχρι το τέλος του παιχνιδιού, αναγκάζοντας μας να επιλέξουμε κάποια και να διώξουμε κάποια άλλα, ή έστω μεταξύ τους να βρεθούν σε μια συμπλοκή. Κάτι το οποίο είχε καταφέρει περίφημα να κάνει το
Wasteland 3
λίγα χρόνια πιο πριν. Δυστυχώς, η “καλές” αποφάσεις μετρούν κυρίως ως προς τον ποιο χαρακτήρα θα επιλέξουμε να κάνουμε σχέση και δευτερευόντως στην ιστορία αυτού. Αυτά τα σενάρια, έχουν την τάση να ξεδιαλύνονται στην πορεία του χρόνου, συνήθως με τη
μικρότερη δυνατή ανάμειξη μας
.
Περνώντας στον τεχνικό τομέα, τα γραφικά του τίτλου καταφέρνουν και αποτυπώνουν τον κόσμο με
έντονα
,
ζωηρά
χρώματα
. Η ποικιλία στα περιβάλλοντα είναι τεράστια και κυμαίνονται από τα πλέον τυπικά έλη,
δάση
και βουνά, σε υπέροχους ναούς, κάστρα, αλλά και τα εξωγήινα οχήματα των Illithid. Οι χρωματικές παλέτες είναι προσεγμένες έτσι ώστε να ταυτοποιούν το που βρισκόμαστε, ενώ τα εφέ συμβάλλουν στην ενίσχυση της ατμόσφαιρας. Ο παίχτης νιώθει ότι παίζει ένα session στο D&D και ότι οι περιγραφές του DM ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια του. Εξίσου προσεγμένοι όμως είναι και οι χαρακτήρες που ζωντανεύουν τον κόσμο. Από την υφή των ρούχων τους ως την πιστότητα στις εκφράσεις τους, καταφέρνουν και διέπουν τον κόσμο με μια
αληθοφάνεια
. Ο τίτλος μας δίνει την επιλογή για να παίξουμε είτε με έμφαση στα γραφικά (
quality
), είτε στα καρέ (
performance
). Η πρώτη, αναδεικνύει καλύτερα την
κινηματογραφικότητα
του τίτλου, ενώ η δεύτερη μας δίνει μια πιο ομαλή εικόνα η οποία δυστυχώς όταν “σπάει” σε κάποια ζόρικα σημεία κάνει περισσότερο εμφανή την πτώση των καρέ αλλά και της ανάλυσης.
Ο ηχητικός τομέας του παιχνιδιού εμπλουτίζει την εμπειρία,
εξυψώνοντας
την σε σημεία που ο τίτλος κορυφώνεται. Το μουσικό κομμάτι της δημιουργίας χαρακτήρα,
Down by the River
, που ο τίτλος ξέρει να τον επαναλαμβάνει ανά σημεία, θα μας μείνει
αξέχαστο
. To ίδιο και πάρα πολλά ορχηστρικά που υπάρχουν μέσα στο Baldur’s Gate 3 και θα μας συντροφεύσουν στο ταξίδι μας ως το τέλος. Οι φωνές των χαρακτήρων αποδίδονται με ερμηνείες ανάλογου επιπέδου, αν και κάποιες θα μπορούσαμε να τις πούμε λίγο υπερβολικές όσον αφορά το παίξιμο τους. Αν κάτι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ως αρνητικό είναι η
νωχελική
φωνή της
Dungeon Master
, της φωνής που περιγράφει όλο το ταξίδι μας. Υπολείπεται μιας σταθερής
δυναμικής
και η υποτονικότητα της δεν μπορεί να δώσει την απαραίτητη ώθηση στις περιγραφές της.
Ήρθε η ώρα όμως να περάσουμε στο
gameplay
αυτό καθαυτό. Είναι πραγματικά ευτυχές που μετά από πολύ καιρό καταφέραμε και πήραμε έναν τίτλο ρόλων, που επικεντρώνεται γύρω από την δημιουργία ενός μοναδικού για εμάς χαρακτήρα. Αυτό βέβαια συμβαίνει λόγω του συστήματος ρόλων που χρησιμοποιείται. Παρόλα αυτά, οι επιλογές που μας δίνονται μέσα στο παιχνίδι μας αφήνουν πάντα με την απορία του
“τι θα γινόταν αν είχα φτιάξει κάτι διαφορετικό;”
. Υπάρχουν μοναδικά σενάρια για όλους, αλλά και τρόποι να ξεφύγουμε από καταστάσεις αν αποτύχαμε να λύσουμε τα πράγματα με διάλογο, ή έστω αν ποτέ δεν το επιθυμούσαμε. Επίσης, η τακτική
ναι σε όλα
θα μας κάνει έρμαιο των πάντων, οπότε θα χρειαστεί να μάθουμε και το όχι. Το ποιες επιλογές εν τέλει είναι καλές ή κακές έχει να κάνει με το
ένστικτό
μας και την
παρατηρητικότητα
μας. Ο τίτλος δεν περιμένει να δούμε όλο το παιχνίδι με την πρώτη και δεν μας το αποκαλύπτει κιόλας, κατανοώντας ότι το ατού του είδους είναι η επανάληψη. Ο
πειραματισμός
έχει τέτοια τεράστια
γκάμα
, που πολύ εύκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί τον εαυτό του να σπαταλάει
άπειρες
ώρες.
Κάλλιστα όμως αυτή η “ελευθερία” επιλογών μπορεί να
αποπροσανατολίσει
ή να
απωθήσει
κάποιον που θέλει να εισβάλλει σε αυτόν τον κόσμο. Η επιτυχία του Baldur’s Gate 3 είναι ότι η κεντρική ιστορία παρέα με τις παράπλευρες αποστολές δένουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να προχωρούν
παράλληλα
, χωρίς το σενάριο να χάνει τον στόχο του, ή την
επιτακτικότητα
του. Επίσης, οι περιορισμοί που δημιουργούνται λόγω των επιλογών μας, μας τοποθετεί σε ένα συγκεκριμένο μονοπάτι χωρίς όμως να μας αποτρέπει από ανορθόδοξες μεθόδους επίλυσης κάποιου προβλήματος. Ακόμα και η μάχη του που βασίζεται στους γύρους, καταφέρνει και γίνεται ένα κομμάτι της δημιουργικότητας του παίχτη, ο οποίος μπορεί να ξεφύγει από το σύνηθες
“μπαμ μπαμ πάρτι – μπαμ μπαμ γκόμπλιν
” και να αποπειραθεί ότι σκεφτεί με τα ανάλογα αποτελέσματα. Ευνοϊκά ή και μη. Στο κομμάτι αυτό, ο χειρισμός στις κονσόλες ίσως να μην είναι και ο καλύτερος μας φίλος. Η έλλειψη πληκτρολόγιου και ποντικιού φαίνεται στα σημεία που θέλουμε να είμαστε πολύ ακριβείς, αλλά συνολικά κάνει τη δουλειά του και είναι άμεσος αρκετά. Υπήρχαν φορές στη μάχη όμως που βαρέσαμε το έδαφος, τοίχο, ή και φίλο μας. Ιδιαίτερη μνεία επίσης έχει το inventory, το οποίο είναι απορίας άξιο ότι πέρασε το playtesting. Αποφέρει μια τεράστια αντίσταση στην κατανομή των αντικειμένων μας, αλλά και στο πως να βρούμε αυτά τα αντικείμενα που θέλουμε να εξοπλίσουμε τον χαρακτήρα μας.
Στην πραγματικότητα όμως, μπορούσαμε να καταλογίσουμε κάτι στο Baldur’s Gate 3 αυτό θα ήταν η
γραφή
του σε κάποια σημεία, αλλά και το πως στήνεται εξ’ αρχής όλη η ομάδα. Το γεγονός ότι κινούμαστε σε έναν κόσμο υψηλής φαντασίας, δεν τον κάνει ταυτόσημο με το fun service. Πιο συγκεκριμένα, οι χαρακτήρες γύρω μας δίνουν πολύ εύκολα τόπο στην
οργή
στα δρώμενα που δεν καλύπτουν τα κίνητρα τους, ενώ κυριολεκτικά πολύ γρήγορα ξεκινούν και πλέκουν το
εγκώμιο
μας, σε καταστάσεις δε που κάναμε οριακά απολύτως τίποτα. Η σκέψη γύρω από αυτό ακολουθεί ξεκάθαρα το στυλ τίτλων όπως το
Mass Effect,
ή το
KotOR,
αλλά υπολείπεται της αντίστοιχης
εκτέλεσης.
Αίτιο αυτού αποτελεί και η έλλειψη αληθινής
γκρίζας ζώνης
στους χαρακτήρες και στον ίδιο τον κόσμο, τουλάχιστον στα πλαίσια του παιχνιδιού. Η δικαιολογία πέφτει σύννεφο από χαρακτήρες που κάνουν ύποπτα πράγματα, αλλά ο τίτλος θέλει να μας τους περάσει ως αρεστούς, ενώ εν τέλει οι
ηθικά αμφίσημοι
χαρακτήρες τείνουν να είναι οι πιο
ενδιαφέροντες.
Για του λόγου το αληθές όμως, το γράψιμο κρατάει έναν συγκεκριμένο τόνο και χαρακτήρα καθ’ όλη τη διάρκεια του τίτλου διατηρώντας ένα καλό επίπεδο.
Κλείνοντας, το
Baldur’s Gate 3
εξ’ ορισμού και μόνο του ονόματος είχε να γεμίσει κάποιες
ανέλπιστα μεγάλες προσδοκίες
. Καταφέρνει να πληροί τα κριτήρια ενός
ψυχαγωγικού
παιχνιδιού ρόλων που θα προσφέρει στους λάτρεις του είδους μια στιβαρή εμπειρία ατελείωτων ωρών, με γνώμονα την
επανάληψη
και τον
πειραματισμό
που προσφέρει το gameplay. Οι χαρακτήρες αν και όχι όσο πολυσύνθετοι θα θέλαμε γίνονται
συμπαθείς,
ενώ οι καταστάσεις που θα βρεθούμε διέπονται από ποικιλία και ευρηματικότητα. Πρόκειται για ένα από τα
καλύτερα παιχνίδια
της
χρονιάς,
που μπορείτε να απολαύσετε μόνοι, ή με παρέα τόσο online όσο στον ίδιο χώρο μέσο co-op. Δεν αποτελεί
ΑΑΑ
τίτλο, αλλά ίσως είναι καλύτερα έτσι. Ίσως, γιατί μόνο έτσι μπορούν οι
ΑΑΑ
να στραφούν και σε είδη λίγο πιο nichè.
Ελπίζουμε δηλαδή.